They shall not grow old

Σύνοψη: Η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Πίτερ Τζάκσον μετά το The Hobbit, είναι και η πρώτη καθαρόαιμη απόπειρά του στο χώρο των ντοκιμαντέρ, με την εξαίρεση τοu mockumentary “Forgotten Silver (1995)” . Υποψήφια για βραβείο BAFTA καλύτερου ντοκιμαντέρ, όχι όμως και Όσκαρ καθώς λόγω ημερομηνίας διανομής έχασε τη σχετική προθεσμία, η ταινία στη περιορισμένη διανομή της, σημείωσε αξιόλογη εισπρακτική επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική, με αποτέλεσμα να πάρει και πλήρη διανομή μέσα στο 2019.

Άποψη: Η ταινία είναι αφιερωμένη σε έναν υπαρκτό στρατιώτη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, τον πατέρα του σκηνοθέτη και επικεντρώνεται σε μια σειρά από ανώνυμες αφηγήσεις, χωρίς να παρουσιάζει πρόσωπα, στοιχεία, ημερομηνίες ή τοποθεσίες, μόνο φωνές και εικόνες, επιλεγμένες από 600 ώρες συνεντεύξεων και 200 ώρες πρωτότυπου υλικού, footage, φωτογραφίες και αφίσες, που προμηθεύτηκε και αποκατέστησε ο σκηνοθέτης από πολεμικά μουσεία. Δε δίνεται έτσι, απολύτως κανένας σχολιασμός πέρα από τις μονταρισμένες εικόνες, οι οποίες στην κορύφωση της ιστορίας, εμπλουτίζονται περίτεχνα με χρώμα και ήχο, για να αποκτήσουν έτσι μεγαλύτερη ζωντάνια, ή όπως το έθεσε εύστοχα ο ίδιος ο σκηνοθέτης, για να μη μοιάζουν οι ήρωες σα νοσταλγικές καρικατούρες, που «ξεπήδησαν από κάποια ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν».

Οι ιστορίες που αποτελούν τον κορμό του ντοκιμαντέρ, φαίνεται από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι σχεδιασμένες να σοκάρουν ή να προκαλέσουν λύπη, δίνονται αντίθετα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, με τους στρατιώτες να παραδέχονται ότι θα το ξαναέκαναν, ότι αντιμετώπιζαν τον πόλεμο σαν κατασκήνωση, σα μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Ίσως ήταν στην τελική και μια εποικοδομητική εμπειρία, από παιδιά που ήταν έμαθαν να μοντάρουν τις κάλτσες τους.

Μετά από τα πρώτα λεπτά, γίνεται ωστόσο εμφανής η μονοτονία της αφήγησης, που κυλά σαν εικονογραφημένο podcast, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται κάπως να συγκινήσει ή να εξιτάρει. Και αν το ενδιαφέρον του θεατή παραμένει αμείωτο μέχρι το τέλος, αυτό το χρωστά στο ρεαλισμό των αφηγήσεων, στις απρόσμενες λεπτομέρειες που μας αποκαλύπτονται και στο περιστασιακό της χιούμορ.  Αιχμαλωτίζεται έτσι, με αδιαπραγμάτευτη αυθεντικότητα η αίσθηση της εποχής, αναπόφευκτα χρωματισμένη ωστόσο από την υποκειμενικότητα των απόψεων που εκφράζονται, ίσως και την αλλοίωση που πάντα επιφέρει η πάροδος του χρόνου.

Η ξεκάθαρη πάντως πρωτοτυπία του ντοκιμαντέρ, που το κάνει να ξεχωρίζει από το πλήθος ταινιών που έχουν καλύψει τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, είναι ότι δίνει έμφαση στην καθημερινότητα των στρατιωτών, σε λεπτομέρειες της εμπειρίας τους. Βάζει έτσι θαρρεί κανείς η ταινία τον πόλεμο στο μικροσκόπιο, δίνοντας φωνή στους πραγματικούς πρωταγωνιστές του και αποδομώντας στις καλύτερες στιγμές της, πολλούς από τους μύθους που ακόμη και σήμερα κυριαρχούν. Έτσι, μεγαλύτερη αξία δίνεται στις μπότες των στρατιωτών από τις στρατιωτικές και πολιτικές αποφάσεις, στη μαρμελάδα του πρωινού τους ή στη τεχνική με την οποία τηγάνιζαν το μπέικον, από την εξωτερική πολιτική των κρατών. Αυτά τα τελευταία στο κάτω κάτω δεν φαίνεται ούτε να τα γνώριζαν, ούτε να τους ενδιέφεραν ιδιαίτερα, παρόλο που λίγο έλλειψε να τους στοιχίσουν τη ζωή τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, καμία θέση δεν έχουν σε μια ταινία που παρουσιάζει τον πόλεμο, όχι λιγότερο φρικιαστικό απ’ ότι αρμόζει, αλλά πάντως με λιγότερη σοβαροφάνεια, μεγαλύτερη αφέλεια απ’ ότι θα περίμενε κανείς και ίσως αυτό ακριβώς, να είναι και η πιο σοκαριστική της αλήθεια.

Δωροθέα Ανδρικάκη

Δημοσίευση: 26 Ιαν. 2019, 19:54
Τίτλος:
They shall not grow old (They shall not grow old)
Σκηνοθεσία: 
Έτος: 
Διάρκεια: 
99

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

H νέα ταινία της Ναντίν Λαμπακί, "Καπερναούμ", αποτελεί την...
13 ώρες
Στην Μεγάλη Βρετανία κάνουν πολλές αλλαγές στο σινεμά προωθώντας...
17 ώρες
Ο Ρον Χάουαρντ ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για μια από...
1 ημέρα