Aνάλυση: «Ο γυμνός δρομέας». Ένα δοκίμιο για την ελεύθερη βούληση

Δημοσίευση: 16 Ιαν. 2023, 14:19

Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ.  Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, το παραγνωρισμένο "The naked runner", με την υποτιμημένη ερμηνεία του Φρανκ Σινάτρα 

<a href="/apopseis-arthra/analysi-challenge-i-mahi-gia-tin-timi-tis-aytokratorias/67499">Aνάλυση: The Challenge: η μάχη για την τιμή της αυτοκρατορίας</a>ΣΧΕΤΙΚΑAνάλυση: The Challenge: η μάχη για την τιμή της αυτοκρατορίας

Ο Καναδός σκηνοθέτης Sidney J. Furie είναι ένας σημαντικός κινηματογραφικός δημιουργός, το αριστούργημα του οποίου είναι, πιθανώς, η ταινία «Απόρρητος φάκελος Ίπκρες» (The Ipcress File, 1965) με τον Μάικλ Καίην. Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο όσον αφορά τόσο στο κατασκοπικό είδος όσο και την κινηματογραφική γραφή του και ορισμένοι δεν διστάζουν να το χαρακτηρίσουν αριστούργημα. Δυο χρόνια αργότερα, το 1967, ο πολύς Φρανκ Σινάτρα εμπιστεύεται τον Furie για να τον σκηνοθετήσει σε μια ακόμη κατασκοπική ταινία, τον «Γυμνό δρομέα» (The Naked Runner, 1967). Βέβαια, η ταραγμένη δεκαετία του 1960 δεν είναι καλή περίοδος για τον Σινάτρα, που βλέπει τη φήμη του να υποχωρεί στο μέτρο που το παραδοσιακό κοινό του ελαττώνεται. Βρίσκεται, λοιπόν, σε μια διακαή αναζήτηση επιτυχιών και έτσι αφήνεται στη ματιά και την τέχνη του τότε νέου σκηνοθέτη (γενν. 1933).

Όπως στον «Απόρρητο φάκελο Ίπκρες», και σε αυτή την ταινία, ο Furie αντιλαμβάνεται τις κινηματογραφικές εικόνες σαν μια σύνθεση από όγκους, μορφές και στοιχεία, σκιές και χρώματα. Όλα αυτά δεν αποτελούν μέρη κάποιας αδιάφορης γεωμετρικής έκθεσης αλλά διατηρούν μεταξύ τους ασύμμετρες σχέσεις, που παραπέμπουν στις ισορροπίες καταπιεστή με καταπιεζόμενο, ανώτερου με κατώτερο. Το εικονιστικό σύνολο γεννά ένα υπόκωφο αίσθημα αγωνίας, πολύ κατάλληλο για ένα κατασκοπικό θρίλερ. Ωστόσο, και αυτό είναι οπωσδήποτε το δεύτερο επίτευγμα του σκηνοθέτη, η ισχυρή αντιπαράθεση των τμημάτων του κινηματογραφικού κάδρου υποχωρεί μπροστά σε μια τυπική ροή αφήγησης την οποία ο Furie έχει πιθανώς κληρονομήσει από το ντοκιμενταρίστικο ύφος, στο οποίο ο Καναδάς απέκτησε, τη δεκαετία του 1960, μια σημαντική παράδοση, ειδικότερα σε αυτό που ονομάζουμε «σινεμά-βεριτέ».

Η ταινία αφηγείται πως ένας Αμερικάνος επιχειρηματίας εγκατεστημένος στο Λονδίνο, ο Σαμ Λέικερ, χειραγωγείται από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ώστε να διαπράξει τη δολοφονία ενός στελέχους τους που βρίσκεται σε πορεία διαφυγής προς την τότε Σοβιετική Ένωση. Το φιλμ εκμεταλλεύεται, επομένως, μια θεματολογία που ήταν εκείνη την εποχή ιδιαιτέρως δημοφιλής και αφορούσε στην πλύση εγκεφάλων, την ψυχολογική χειραγώγηση και την αποσκίρτηση βρετανών κατασκόπων στην τότε ΕΣΣΔ (βλ. την περίπτωση Κιμ Φίλμπυ). Η υπόθεση μας δηλώνει ότι η ταινία εμπνέεται μάλλον από το ψυχολογικό – κατασκοπικό είδος του ύφους των μυθιστορημάτων του Τζων Λε Καρέ παρά από τις ταινίες Τζαίημς Μποντ. Η σκηνοθετική τέχνη του  Furie, όπως την περιγράψαμε προηγουμένως, προσφέρεται ιδιαίτερα γι’ αυτή την ανάπτυξη.

Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από ένα έργο του Άγγλου ποιητή  Arthur Symons (1865 – 1945), που μιλάει για ένα «γυμνό δρομέα μέσα σε μια καταιγίδα από λόγχες». Η διαρκώς απειλητική ατμόσφαιρα της ταινίας εικονογραφεί με επιτυχία την εν λόγω φράση. Ο Λέικερ, που οδηγείται να σκοτώσει για να γλυτώσει τη ζωή του γιού του, που υποθετικά κρατείται αιχμάλωτος από τις ανατολικογερμανικές μυστικές υπηρεσίες, πέφτει από το ένα απρόοπτο στο άλλο, χάνοντας στην πορεία τα ανακλαστικά εκείνα που θα του έδιναν το χρόνο και την ευκαιρία να σκεφτεί. Με λίγα λόγια, μετατρέπεται σε ένα αυτόματο στα χέρια και τη βούληση του βρετανού αξιωματούχου των μυστικών υπηρεσιών που τον χειρίζεται. Η ιδέα της δολοφονίας, σταδιακά, μετατρέπεται σε απολύτως προσωπική του υπόθεση.

Η ταινία υιοθετεί για την ελεύθερη βούληση μια θεωρία που θα την ονομάζαμε «περιοριστική». Με λίγα λόγια, ελεύθερη βούληση είναι ό,τι το υποκείμενο θεωρεί πως είναι ελεύθερη βούλησή του. Η ταινία δεν ακολουθεί, ωστόσο, κάποια ρεαλιστική σκοπιά και η «περιοριστική θεωρία» δεν θέτει την ελεύθερη βούληση ως υποταγμένη σε μια δεδομένη τάξη πραγμάτων. Η ελεύθερη βούληση εντάσσεται σε μια σχέση ενεργητικότητας – παθητικότητας που αφορά στο μικρο-επίπεδο των χειρισμών κάποιων υποκειμένων από άλλα υποκείμενα. Στο μακρο-επίπεδο, όμως, η ελεύθερη βούληση εξαφανίζεται και ο καθένας κάνει αυτό που πρέπει ή μπορεί να κάνει.

Στο τέλος, η απόκρυφη χειραγώγηση δεν σχεδιάζει τον αφανισμό του Λέικερ και του γιού του αλλά έχει ήδη φροντίσει για τη διάσωσή τους (εφ’ όσον τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, εννοείται). Δεν έχουμε, επομένως, την εικόνα ενός απόλυτου κακού (όπως στην κινηματογραφική «τριλογία της παράνοιας» του Άλαν Πάκουλα) και ο ριζικός μανιχαϊσμός αποφεύγεται. Η αίσθηση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, πάντως, τελικά δεν αποφεύγεται και η ταινία μας αφήνει με μια πικρή αίσθηση. Ο ήρωας δεν θριαμβεύει, απλά σώζεται, στο εσωτερικό ενός κόσμου που δεν είναι και τόσο αξιοζήλευτος.

Ο Φρανκ Σινάτρα έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του σκηνοθέτη του, χωρίς αχρείαστα βεντετιλίκια και με ύψιστη αποτελεσματικότητα.

Γιώργος Αραμπατζής

Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.

Ακολουθήστε το Move It στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα του σινεμά!
Πρώτη δημοσίευση: 16 Ιαν. 2023, 14:19
Ενημέρωση: 16 Ιαν. 2023, 14:19

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ