Ανάλυση: "Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν" και η γερμανική συνείδηση

Ανάλυση: "Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν" και η γερμανική συνείδηση
Δημοσίευση: 11 Ιουλίου 2020, 13:35

Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ.  Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά την ταινία "Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν" του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και την γερμανική συνείδηση.

ΣΧΕΤΙΚΑΑνάλυση: Ο Κώστας Γαβράς πριν από το «Ζ»

Όσοι αγαπούν τον κινηματογράφο και είχαν ή θα έχουν την τύχη να δουν την ταινία "Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν" (1978) του Γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ θα μετανιώνουν για ένα πράγμα: δεν θα έχουν ποτέ πια την ευκαιρία να την δουν για πρώτη φορά. Είναι ένα έργο που κανείς, ποτέ του, δεν έχει ξαναδεί παρόμοιο στον αφηγηματικό κινηματογράφο.

Η ιστορία είναι σχετικά απλή: η Μαρία Μπράουν παντρεύεται στα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ο σύζυγός της φεύγει για το μέτωπο όπου, λίγο μετά, θα δηλωθεί αγνοούμενος και θα θεωρηθεί νεκρός. Η Μαρία που την χαρακτηρίζει αισιοδοξία και θέληση για ζωή, καθώς και πίστη στην ιδέα ότι ο σύζυγός της θα επιστρέψει, προκειμένου να υποστηρίξει την οικογένειά της μετά την καταστροφική ήττα της Γερμανίας οδηγείται στην πορνεία. Έτσι, θα αποκτήσει έναν αφρο-αμερικάνο στρατιώτη ως σταθερό εραστή που θα την βοηθήσει αυτήν και τους δικούς της. Ξαφνικά, επιστρέφει ο σύζυγός της, τους ανακαλύπτει στην κρεβατοκάμαρα, έρχεται στα χέρια με τον εραστή και η Μαρία, που η συζυγική αγάπη της δεν έχει υποστεί καμιά μείωση, σκοτώνει τον τελευταίο για να προστατεύσει τον πρώτο. Ο σύζυγος, ωστόσο, θα αναλάβει την ευθύνη για τον φόνο και θα καταδικαστεί σε πολυετή φυλάκιση.

Η Μαρία που, όπως ειπώθηκε, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ζωτική ορμή, θα συναντήσει στη συνέχεια ένα Γάλλο μεγαλοεπιχειρηματία που δραστηριοποιείται στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο και προς οικοδόμηση Γερμανία και θα γίνει η ερωμένη και γραμματέας του, πριν αναβαθμιστεί σε ουσιαστική γενική διευθύντρια των επιχειρήσεών του. Στο εξής, η πορεία της Μαρίας θα ταυτισθεί με το "γερμανικό οικονομικό θαύμα" μέχρι τον θάνατο του πάμπλουτου εραστή της, πολλά χρόνια αργότερα,  και την επιστροφή του συζύγου της από την φυλακή. Στα χρόνια αυτά της επιτυχίας και της κατάθλιψης, ο χαρακτήρας της θα αλλάξει, όχι χωρίς λόγο βέβαια, και από αισιόδοξο πλάσμα, θα εκφράζει πλέον ένα συνεχές καπρίτσιο και μια κακοτροπία, κάτι που, όχι και τόσο περίεργα, θα βρει μεγάλη απήχηση στον ψυχισμό του μεγαλοεπιχειρηματία ο οποίος θα την αγαπήσει ακόμη περισσότερο, μέχρι του σημείου να κληρονομήσει σε αυτήν και τον σύζυγό της την περιουσία του.

Η ταινία θεωρείται ότι απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο, όπως αναφέρθηκε, το "γερμανικό οικονομικό θαύμα". Ο φόνος του αφρο-αμερικάνου εραστή συμβολίζει τα όρια που δεν υπερβαίνει, τελικώς, το νέο κράτος δημοκρατικής ανοχής, παρόλο το τέλος του ναζισμού. Το καπρίτσιο της Μαρίας και οι ματαιωμένες σχέσεις παραδειγματίζουν την άλλη όψη της οικονομικής επιτυχίας. Ο θάνατός της από ατύχημα, λίγο πριν από την ευτυχία, την οποία κανείς θεατής δεν μπορεί να φαντασθεί ως ρεαλιστική πιθανότητα για το πρόσωπό της, δείχνει το μεγάλο βάρος των θυσιών που χρειάσθηκε να γίνουν για την εκ νέου κατάκτηση από τη Γερμανία της οικονομικής ισχύος.

Ειπώθηκε ότι η Μαρία Μπράουν είναι ο ίδιος ο Φασμπίντερ με τον τρόπο που ο Γκυστάβ Φλωμπέρ έλεγε "η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ". Ωστόσο, η ταύτιση αυτή δεν μπορεί να υποστηριχθεί μέχρι τέλους, αν σκεφθούμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Φασμπίντερ εμφανίζεται στην ταινία, υποδυόμενος ένα μαυραγορίτη που εμπορεύεται είδη καλλωπισμού και ένδυσης στην προς εκπόρνευση Μαρία, στο μέσο μιας πόλης σε ερείπια. Η ανάληψη αυτού του συγκεκριμένου ρόλου από τον Φασμπίντερ μας λέει κάποια πράγματα για τον χαρακτήρα και το αισθητικό ταπεραμέντο του σκηνοθέτη, μας αποκαλύπτει δηλαδή έναν αντι-ακαδημαϊσμό και μια σκληρή, ανυποχώρητη, κριτική προσωπικότητα, που δεν διστάζει να εισχωρήσει στα ανείπωτα της ζωής.

Η ιστορία της ταινίας μπορεί να θυμίζει μελόδραμα αλλά το ίδιο το έργο δεν έχει τίποτε το μελοδραματικό ή και απλά δραματικό. Ο Φασμπίντερ διάλεγε τις περισσότερες φορές να κάνει μια μόνο λήψη, θεωρώντας ότι η πρώτη λήψη είναι πάντα η καλύτερη (η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Χάνα Συγκούλα είναι εξαιρετική). Το μοντάζ είναι γρήγορο, νευρικό και δεν αφήνει το χρόνο για ανάπτυξη συναισθηματισμών. Ο Φασμπίντερ φαίνεται ότι είναι εκείνος ο κινηματογραφικός σκηνοθέτης που ανακάλυψε ή θεμελίωσε ένα είδος αποστασιοποιημένου μελοδράματος.

Το μεγαλείο της ταινίας όμως έγκειται αλλού, κάτι που η κριτική έχει, άλλωστε, επισημάνει. Αντί να θεωρούμε ότι το φιλμ απεικονίζει το "γερμανικό οικονομικό θαύμα", αντίθετα το έργο πασχίζει και μάλλον κατορθώνει να καταδείξει ότι η πάλαι ποτέ Δυτική Γερμανία υπήρξε η αλληγορία για κάποια πράγματα για τα οποία είναι η "Μαρία Μπράουν" που κατέχει το κλειδί. Η συνηθισμένη σχέση μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας αντιστρέφεται και η τέχνη μπορεί να υπερηφανεύεται ότι κατέχει το κλειδί της πραγματικότητας (ή, αν προτιμάτε, μιας κατάστασης των πραγμάτων) καλύτερα από κάθε άλλη πιθανή παράσταση ή αναπαράσταση.

Γιώργος Αραμπατζής

Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.

Δημοσίευση: 11 Ιουλίου 2020, 13:35
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ