Aνάλυση: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν - Ο πρόλογος στην Persona

Δημοσίευση: 1 Απριλίου 2023, 13:45

Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ.  Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, την Persona του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

<a href="/apopseis-arthra/analysi-i-hrysi-nyhterida-arhaiofoytoyrismos/70006">Ανάλυση - «Η χρυσή νυχτερίδα»: Αρχαιοφουτουρισμός</a>ΣΧΕΤΙΚΑΑνάλυση - «Η χρυσή νυχτερίδα»: Αρχαιοφουτουρισμός

Η ταινία Persona του Ίγκμαρ Μπέργκμαν αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια από τις κορυφαίες στιγμές της κινηματογραφικής δημιουργίας, ένα έργο που στέκεται στο ίδιο ύψος με τον «Πολίτη Καίην» του Όρσον Γουελς, τον «Ιβάν τον τρομερό» του Σ. Μ. Αϊζενστάιν, τον «Νοσφεράτου» του Φρ. Μουρνάου, τη «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» του Ρομπέρτο Ροσελίνι, το «8 ½» του Φεντερίκο Φελλίνι, τη «Νύχτα» του Μικελάντζελο Αντονιόνι και άλλες παρόμοιες.

Η ταινία του Μπέργκμαν αποτελεί μια σπάνια στιγμή αυτό-συνειδησίας και αναστοχασμού, ως προς τη φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας από έναν πραγματικά μεγάλο καλλιτέχνη του 20ού αιώνα. Το θέμα της ταινίας, που αφηγείται τη σύντομη συνύπαρξη δυο νέων γυναικών - μιας ηθοποιού που διέρχεται μια ψυχολογική κρίση και της νοσοκόμας που τη φροντίζει - οι οποίες παρουσιάζουν μια φυσική ομοιότητα ανάλογη με τη διαφορά της κατάστασής τους. Το θέμα αυτό, του οποίου οι ερμηνείες είναι πολλαπλές, προσφέρεται για ένα βαθύ στοχασμό πάνω στο φαινόμενο της τέχνης ως είδος αναδιπλασιασμού. Η αναπαράσταση ως αναδιπλασιασμός του αισθητού είναι ένα πλατωνικό θέμα, που επιτείνει τη διάκριση ανάμεσα στο αναπαριστώμενο και την ποιητική μίμησή του. Η διαφορά αυτή στην πλατωνική σκέψη είναι πηγή μεταφυσικής αφέλειας και κοινωνικής δυσαρμονίας. Στον Μπέργκμαν, χωρίς αμφιβολία, η θεματική της αναπαράστασης παίρνει μια εντελώς διαφορετική τροπή.

Ενδεικτικός του μεγαλείου της ταινίας είναι ο πρόλογός της, ένα είδος πειραματικής ταινίας πριν από το καθεαυτό φιλμ, που διακρίνεται, επίσης, από μορφική τελειότητα. Αν θεωρήσει κανείς ότι πρόκειται για κάποιο είδος πειραματισμού στη σουρεαλιστική έκφραση, τότε απατάται. Ο πρόλογος αυτός, που δεν ενέχει ξεκάθαρη αφηγηματική συνέχεια, χαρακτηρίζεται από τη λογική συνοχή και την επιχειρηματολογία του. Εδώ, ο Μπέργκμαν μετατρέπει τη σχέση αναπαράστασης – αναδιπλασιασμού σε εκείνη της προβολής (projection) – πρόσληψης (perception). Το πέρασμα αυτό σκοπό έχει να διερευνήσει την ψυχολογία του θεατή, ένα πρόσωπο απέναντι στο οποίο ο Σουηδός σκηνοθέτης στεκόταν με ιδιάζουσα αυστηρότητα η οποία, ενίοτε, άγγιζε τη σκληρότητα. Ο Μπέργκμαν ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τις απλές συνήθειες του κοινού θεατή και τη μηδέποτε ικανοποιούμενη δίψα του για διασκέδαση.

Ο εν λόγω πρόλογος παρουσιάζει μια γενεαλογία της κινηματογραφικής πρόσληψης. Το απόσπασμα ξεκινά με την ίδια την υλικότητα της προβολής, τη πυρακτωμένη λάμπα και το φιλμ που κυλάει χάρη στην ώθηση των γραναζιών της μηχανής προβολής. Η προβαλλόμενη εικόνα είναι αυτή ενός παιδικού κινούμενου σχεδίου, επιτείνοντας την ιδέα της αναζήτησης από τον σκηνοθέτη μιας καταγωγικής στιγμής. Η επόμενη βωβή ταινία που περνάει βιαστικά από την οθόνη εισάγει την ιδέα του θανάτου και άρα της περατότητας αυτού του οποίου η καταγωγή επισημάνθηκε. Το πλάνο μιας αράχνης που ακολουθεί ανταποκρίνεται στην ιδέα της αναζήτησης του νοήματος και συνιστά αγαπημένη μεταφορά του Μπέργκμαν ως προς τη φύση του υπερβατικού. Το τμήμα αυτό του προλόγου ολοκληρώνεται με εικόνες της θυσίας ενός αμνού και της σταύρωσης. Η πρώτη προσέγγιση, επομένως, του διδύμου προβολή – πρόσληψη πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας ανθρωπολογίας της θρησκείας, όπου η κύρια νοητική διεργασία είναι ο συνειρμός.

Από τις ανωτέρω αλληγορικές εικόνες, περνούμε σε πλάνα της σύγχρονης Σουηδίας – ένας τοίχος, ένα δάσος, βρώμικο χιόνι, μυτερά κάγκελα. Η κάμερα οδηγείται σε ένα νεκροτομείο όπου μερικά πλάνα πτωμάτων καταλήγουν σ' εκείνο ενός αγοριού στην εφηβεία, που είναι ξαπλωμένο στο ίδιο κρεβάτι νοσοκομείου. Ο κινηματογράφος επιδεικνύει έτσι τις μεταμορφωτικές δυνατότητες του, από την περατότητα της ζωής στην ίδια τη ζωή. Σταδιακά, ο νεαρός της ταινίας, μετά από μια προσπάθεια να κοιμηθεί και ύστερα να διαβάσει, στρέφεται σε μια οθόνη που του εμφανίζει το μεγεθυμένο πρόσωπο μιας γυναίκας.  Απλώνει το χέρι και χαϊδεύει την οθόνη. Η γυναίκα αυτή, που είναι μια μητρική μορφή, είναι η μητέρα ως imago. Με το πορτρέτο της Μεγάλης Μητέρας ολοκληρώνονται οι θρησκειολογικού τύπου πραγματεύσεις του Μπέργκμαν ως προς τον μηχανισμό της ανθρώπινης πρόσληψης. Εναλλάσσονται πλάνα του νεαρού με το βλέμμα στραμμένο στο φακό και τον ίδιο μπροστά στην οθόνη της Μεγάλης Μητέρας. Το δίπολο αυτό: βλέμμα στο φακό - προσκόλληση στην οθόνη, διαδέχεται τα δίπολα: αναπαράσταση - αναδιπλασιασμός και προβολή - πρόσληψη. Με τον τρόπο αυτό, συνοψίζεται η φιλοσοφία του κινηματογράφου, θα λέγαμε, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Τον τίτλο της ταινίας διαδέχεται το πλάνο ενός αυτοπυρπολούμενου ως διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Αποτελεί η παρεμβολή αυτή ένδειξη της ανησυχίας του Σουηδού σκηνοθέτη για το φαινόμενο του πολέμου, μια στάση που διακρίνουμε στο έργο του ήδη από τη "Σιωπή" και τους "Κοινωνούντες".

Η Persona είναι κορυφαία στιγμή στην αισθητική του μοντερνισμού, όχι μόνο στον κινηματογράφο. Αν σκεφτούμε τις στενές σχέσεις της τέχνης του κινηματογράφου με το μυθιστόρημα, χωρίς δυσκολία θα διακρίναμε στην ταινία μια γραμμή αισθητικής κληρονομιάς που ξεκινά από τον Τζαίημς Τζόυς. Ο Μπέργκμαν με άνεση μπορεί να επικαλεστεί και να εγγραφεί σ' αυτή την παράδοση.

Γιώργος Αραμπατζής

Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.

Πρώτη δημοσίευση: 1 Απριλίου 2023, 13:45
Ενημέρωση: 1 Απριλίου 2023, 13:45

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

memory, από την Spentzos memory, από την Spentzos