Απόψεις

Το τέλος της επικοινωνίας



Είναι ο Γούντι Άλεν παιδεραστής ή τρελή η Μία Φάροου; Γιατί δεν ξέραμε ότι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν είναι junkie και γιατί ο θάνατός του να είναι πιο σοκαριστικός από εκείνον του ναρκομανή του πεζοδρομίου; Πού ζεις θα με ρωτήσετε; Εδώ μιλάμε για έναν εκ των πλέον επιφανών αμερικανών σκηνοθετών της τελευταίας πεντηκονταετίας και ένα υποκριτικό ταλέντο ανάμεσα στα δέκα καλύτερα της γενιάς του.

Αλλά θα επιμείνω. Όσο και να σας φανεί περίεργο δε θεωρώ κανένα από τα παραπάνω γεγονότα ιδιαίτερα σημαντικά ή άξια μακράς ενασχόλησης. Το αν ο Γούντι έχει εγκληματίσει και η αιτία θανάτου του Χόφμαν είναι καθαρά θέμα αστυνομικής και εισαγγελικής έρευνας. Η στεναχώρια και το πένθος ανήκουν στους οικείους τους, στους φίλους, συγγενείς και συνεργάτες τους, σε εκείνους που τους ήξεραν ή μπορούσαν έστω να ισχυριστούν ότι ήταν αυθεντικοί κοινωνοί της τέχνη τους. Στο παρελθόν μάλιστα τέτοιες συζητήσεις θα είχαν εκλάβει πολύ μικρότερη έκταση στη σφαίρα του δημόσιου λόγου αλλά στη «δημοκρατική» εποχή του διαδικτύου όπου ο καθένας έχει το δικαίωμα στην επί ίσοις όροις έκφραση της οποιασδήποτε υποκειμενικής ανοησίας, αυτά είναι τα γεγονότα που μετράνε. Γιατί όμως;

Η άμεση σε χρόνο αλλά έμμεση σε τρόπο επικοινωνία που μας προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, η οικειοθελής κατάργηση της ιδιωτικότητας την οποία προσυπογράφουν οι - κατά τα άλλα διαμαρτυρόμενοι για τη σύγχρονη μοναξιά – χρήστες των κοινωνικών δικτύων, η μετάβαση από κοινωνίες ευθείας και φυσικής συμμετοχής σε εικονικές συγκεντρώσεις ξεχωριστών ατομικισμών που βρίσκουν κοινό παρανομαστή σε επαναλαμβανόμενα κλικ και απενεχοποιημένα like έχουν περισσότερο από ποτέ δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ενός κόσμου όπου η απόσταση που μας χωρίζει από τα ινδάλματά μας είναι μηδαμινή.

Έτσι για παράδειγμα ο δημοσιογράφος ποζάρει δίπλα στον πολύ ή λιγότερο γνωστό ηθοποιό μετά την πολύ σύντομη συνομιλία τους ευελπιστώντας να αποσπάσει κι εκείνος λίγη λάμψη από τα φώτα της διασημότητάς του ποντάροντας ταυτόχρονα στην περιέργεια της κλειδαρότρυπας που διακατέχει τον σημερινό αδηφάγο καταναλωτή της πληροφορίας. Ο τελευταίος αισθάνεται πως είναι κι αυτός μέρος του παγκόσμιου γίγνεσθαι από τον καναπέ του σπιτιού του ή το desktop του γραφείου του αφήνοντας απλώς ένα σχόλιο, αφιερώνοντας πέντε λεπτά από το χρόνο του στην επινόηση μια έξυπνης ή βλακώδους ατάκας. Πρόκειται για τον ψίθυρο μιας εφήμερης λύπης ή χαράς που δεν περιέχει ενσυναίσθηση και που ταιριαστά αποτυπώνεται σε άυλα πίξελ. Κι αυτό είναι όλο βασικά.

Στην περίπτωση του δημοσιογράφου, ο τελικός σκοπός είναι μια εξ αγχιστείας εξύψωση της δημόσιας περσόνας του που θα τραβήξει το ενδιαφέρον των διαφημιστών. Στην αντίστοιχη του απλού αναγνώστη ο συγκερασμός της απόστασης από την εποχή που οι φανς μάθαιναν για τις προσωπικές ζωές των αστέρων του Χόλιγουντ από τις κοσμικές στήλες των pulp περιοδικών – οι οποίες τουλάχιστον άφηναν χώρο στη φαντασία του αναγνώστη να πλάσει το δικό του σύμπαν γύρω από το αντικείμενο του θαυμασμού του - έχει να κάνει περισσότερο με το σύγχρονο μάρκετινγκ του σελέμπριτι ως κάτι το προσβάσιμο και το οικείο παρά με μια πραγματική ανάγκη κατανόησης του συνανθρώπου και της συνθήκης του. Κανένας πραγματικά δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια ή το ψέμα του Γούντι, για την ευτυχία ή τη δυστυχία του Χόφμαν.

Αύριο θα έχουμε άλλες τέτοιες ειδήσεις και θα επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία η οποία ωστόσο αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ψυχολογικές μας ανάγκες σε σχέση με τους άλλους. Είναι ίσως όλη αυτή η όψιμη κουλτούρα της επικοινωνίας σα φαρμακευτική αγωγή για την κοινωνική μας αρρώστια, φαινομενικά ακίνδυνα χάπια για να μην αισθανόμαστε τόσο μόνοι και αδύναμοι μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα αφθονούν με πρωταθλήτρια την «ενημέρωση».

Ο καθημερινός βομβαρδισμός μας από γεγονότα μικρά και μεγάλα που τα Μέσα δε διακρίνουν ως προς τη σημαντικότητά τους ούτε ως προς την επιρροή τους στην καθημερινότητά μας αλλά απλώς τα αραδιάζουν με χρονική σειρά όπως γίνεται με τις ανακοινώσεις των πτήσεων στους πίνακες των αεροδρομίων, έχει αναπόφευκτα οδηγήσει σε μια συναισθηματική αποστασιοποίηση, έναν ανεπαίσθητο κυνισμό. Πόσο μπορεί άραγε κανείς να λυπηθεί και για πόσα πράγματα να στεναχωρηθεί όταν η προσφορά εύκολου εντυπωσιασμού έχει υπερκαλύψει την ζήτηση αυθεντικών συγκινήσεων;

Μιχάλης Κωνσταντέλλης

 
Δημοσίευση: 3 Φεβ. 2014, 13:44

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η DC Comics παίζει ένα από τα δυνατά χαρτιά...
2 ώρες
Ο πολυάσχολος Μπένεντικτ Κάμπερμπατς επιστρέφει στη μικρή οθόνη και...
21 ώρες
Γιατί οι άνθρωποι τρέχουν μεγάλες αποστάσεις; Ποια ανάγκη τους...
21 ώρες

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Tanweer
45188
UIP
24014
UIP
11648
Tanweer
8189